Ινδοευρωπαίοι

Ονομασία των λαών που ανήκουν στην ινδοευρωπαϊκή γλωσσική ομάδα. Περιλαμβάνει τις γλώσσες που ομιλούνται στην Ευρώπη και στην Ασία και έχουν κοινή γλωσσική καταγωγή. Η έννοια Ι. γεννήθηκε τον 19ο αι., όταν η μελέτη του ινδουισμού οδήγησε πολλούς φιλολόγους στη σύγκριση των σανσκριτικών κειμένων με τις διάφορες ευρωπαϊκές γλώσσες. Στις αρχές του 20ού αι. η γλωσσολογική σχολή του Μεγιέ υποστήριζε ότι οι φθογγολογικές αυτές ομοιότητες θα συνέβαλαν στην ανασύνθεση της ιστορίας των μεταναστεύσεων των λαών στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Πράγματι είναι γεγονός ότι, ύστερα από ένα πρώτο κύμα νεολιθικών πληθυσμών από τη Μικρά Ασία, η Ευρώπη δέχτηκε –από τους τελευταίους αιώνες της 3ης χιλιετίας– μεγάλες μάζες λαών που είχαν μεταναστεύσει διαδοχικά από την Ανατολή προς τη Δύση, διαμέσου των χερσαίων δρόμων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρχαν αντιτιθέμενες γνώμες σχετικά με την προέλευση αυτών των πληθυσμιακών ομάδων. Οι Γερμανοί επιστήμονες, έχοντας υπόψη τους τις νεότερες βαρβαρικές εισβολές που κατέλυσαν τη Δυτική Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, διατύπωσαν τη γνώμη ότι επρόκειτο κυρίως για γερμανικά φύλα, των οποίων κοιτίδα ήταν η βόρεια Ευρώπη και η Βαλτική. Έτσι, αντί για τον όρο Ι. χρησιμοποιούσαν τον όρο Ινδογερμανοί. Οι απόψεις αυτές αποδείχθηκαν εσφαλμένες από τις προόδους της αρχαιολογίας· θα ήταν ορθότερο να αναζητηθεί αυτή η δημογραφική εστία στις περιοχές των στεπών της Ευρασίας. Πιθανότερο φαίνεται διάφοροι λαοί, οι οποίοι κατά το πρώτο μισό της 3ης χιλιετίας κατοικούσαν μεταξύ Εύξεινου Πόντου, ανατολικής Περσίας και κεντρικής Ασίας, να μιλούσαν μία άρια γλώσσα, που αντιστοιχεί στην κοινή ινδοευρωπαϊκή των γλωσσολόγων. Οι πρώτες διεισδύσεις προς τη Δύση πραγματοποιήθηκαν με τους λαούς του πολιτισμού γιαμνάγια (των τάφων Κουργκάν), οι οποίοι γνώριζαν το τροχήλατο άρμα, ενώ τα ίχνη τους στην Ολλανδία χρονολογούνται από το 2100 π.Χ. Θα πρέπει να είχαν μάθει την κατεργασία του χαλκού και του ορείχαλκου στα μεταλλουργικά κέντρα του Καυκάσου και των Καρπαθίων. Οι Μήδοι και οι Πέρσες αφενός, οι Κιμμέριοι και οι Σκύθες αφετέρου, είχαν την ίδια καταγωγή. Το ίδιο ρεύμα προκάλεσε την ανάπτυξη σημαντικής μεταλλουργίας στην περιοχή των Μεταλλοφόρων Ορέων (Ερτσγκεμπίργκε) της Βοημίας (πολιτισμός Ούνετιτσε)· αυτή ήταν η αρχή της εποχής του χαλκού στην Ευρώπη. Οι εισβολείς αυτοί δεν έπαψαν να ασκούν πίεση στους νεολιθικούς πληθυσμούς της Δύσης. Τελικά, προς το τέλος της εποχής του χαλκού ένα νέο κύμα λαών κατέκλυσε την Ελλάδα και την Εγγύς Ανατολή, το οποίο κατέστρεψε και την αυτοκρατορία των Χετταίων, οι οποίοι ήταν επίσης Ι. Οι κατακτήσεις αυτές σταθεροποιήθηκαν από τους Θράκες, τους Ιλλυριούς, τους Ιταλιώτες, τους Κέλτες και, τελικά, τους Γερμανούς. Έτσι, οι περιοδικές μετακινήσεις των Ι. έθεσαν, κατά κάποιον τρόπο, τα θεμέλια των μελλοντικών ευρωπαϊκών εθνών. Η κοινή καταγωγή τους είναι φανερή στη γλωσσική συγγένεια και στη λιγότερο γνωστή συγγένεια των πολιτισμών τους. Ακόμα και στη σύγχρονη εποχή, τα ήθη και έθιμα της υπαίθρου στην ευρωπαϊκή ήπειρο παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες μεταξύ τους, όπως κατέδειξαν οι εργασίες του σερ Τζέιμς Φρέιζερ. Οι ιστορικοί και οι κοινωνιολόγοι έχουν διαπιστώσει την κοινότητα αυτή και στην αρχαία τριμερή διάρθρωση της κοινωνίας: τους βραχμάνους (κλήρο), τους ξατρίγια (ευγενείς, πολεμιστές) και τους βαΐσγια (εργάτες, εμπόρους), η οποία έως τη Γαλλική επανάσταση αντιστοιχούσε προς τις τρεις τάξεις της γαλλικής κοινωνίας. Θρησκεία. Η θρησκεία των Ι. δεν είναι γνωστή από άμεσες μαρτυρίες. Μόνο η σύγκριση των θεϊκών δυνάμεων και των μύθων των διαφόρων ινδοευρωπαϊκών λαών προσφέρει κάποια στοιχεία για το πάνθεο των Ι. Από μία συγκριτική ανάλυση των παραδόσεων των βεδικών Ινδιών, της αρχαϊκής Ρώμης και της Γερμανίας, προκύπτει ότι οι Ι. αντιλαμβάνονταν το σύμπαν και την κοινωνία μέσα από το ιδεολογικό πρίσμα των τριών μεγάλων λειτουργημάτων, τα οποία αντιστοιχούσαν προς τις τρεις θεμελιώδεις δραστηριότητες που συνιστούσαν την κοινωνική ζωή. Το πρώτο λειτούργημα αντιπροσώπευε το θείο και τις σχέσεις είτε των ανθρώπων με το θείο είτε των ανθρώπων μεταξύ τους· περιλάμβανε την ανώτατη εξουσία που ασκούσε ο βασιλιάς σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Το δεύτερο λειτούργημα χαρακτηριζόταν από τη φυσική δύναμη και από τις χρήσεις της (κυρίως πολεμικές). Το τρίτο λειτούργημα, τέλος, αφορούσε τόσο τη γονιμότητα του ανθρώπου και της φύσης όσο και τις ουσιώδεις αξίες για την καθημερινή ζωή, όπως η τροφή και o πλούτος, η υγεία και η ειρήνη, η φιληδονία και η ομορφιά. Τα τρία αυτά μεγάλα λειτουργήματα αποτέλεσαν το ιδεολογικό πεδίο όπου τοποθετήθηκαν όλες οι μεγάλες θεότητες των Ι. Αυτή η τριλειτουργική διάρθρωση εντοπίστηκε και στη φλαμίνια τριάδα Jupiter (Δίας), Mars (Άρης), Quirinus (Κυρίνος, δηλαδή ο θεοποιημένος Ρωμύλος) και στη μιτάνια ταξινόμηση Μίτρα-Βαρούνα-Ίντορα-Νασάτια των Ινδιών ή ακόμα και στις τρεις μεγάλες οικογένειες, τις οποίες διακρίνει η καυκασιανή εποποιία των Οσετών, μακρινών απογόνων των Σκυθών του Ηροδότου. Καθένα από αυτά τα τρία επίπεδα έχει καθοριστεί από ένα ή δύο παραδείγματα. Το πρώτο επίπεδο μπορεί να χαρακτηριστεί από την αντίθεση και την αλληλοσυμπλήρωση των δύο ηγετικών δυνάμεων, όπως o Μίτρα (το αντίστοιχο του περσικού Μίθρα) και ο Βαρούνα. Ενώ ο Βαρούνα είναι ένας μάγος, που συλλαμβάνει τα θύματά του με θηλιές και δίχτυα, ο Μίτρα είναι αγαθός και φιλικός και απεχθάνεται τη βία. Ο Βαρούνα αντιπροσωπεύει τον άλλο κόσμο, ενώ ο Μίτρα ενσαρκώνει τον επίγειο κόσμο. Πανομοιότυπη κατανομή απαντά και στις σχέσεις του Οντίν και του Τιρ, των μεγάλων σκανδιναβικών θεοτήτων: στη μαγική ηγεμονία του ενός αντιστοιχεί η δικαστική ηγεμονία του άλλου. Στο δεύτερο επίπεδο, το επίπεδο του πολεμικού λειτουργήματος, η ανάλυση της Μαχαμπαράτα προσφέρει τη δυνατότητα διάκρισης δύο τύπων πολεμικών θεοτήτων, του Βαγιού και του Ίντρα, που έχουν τα αντίστοιχά τους στον ιρανικό, στον ελληνικό και στον σκανδιναβικό κόσμο. Ο πολεμιστής του τύπου Βαγιού είναι προικισμένος με πολύ μεγάλη φυσική δύναμη. Κυριευμένος από τυφλή μανία, διεξάγει τον πόλεμο στην τύχη. Αντίθετα, ο πολεμιστής του τύπου Ίντρα είναι τέλειος άνθρωπος, που συνδυάζει την ευφυΐα με τη δύναμη και ξεχωρίζει για την ιπποτική συμπεριφορά του. Στο τρίτο επίπεδο, τέλος, βασιλεύουν δυνάμεις όπως οι Ασβίν και οι Διόσκουροι ή οι τρισθενείς θεότητες. Μεταξύ των τελευταίων πρέπει να περιληφθούν και οι Σαρασβάτι και Αναχίτα. Πρόκειται συγχρόνως για δυνάμεις, υπεύθυνες για την ευφορία και τη γονιμότητα, και θεότητες, οι οποίες επεμβαίνουν και στα τρία επίπεδα δίπλα στους θεούς, καθένας από τους οποίους έχει μία ιδιαίτερη αποστολή. ινδοευρωπαϊκές γλώσσες. Οι γλώσσες που ομιλούνται στην Ευρώπη και στην Ασία και έχουν κοινή γλωσσική καταγωγή. Η υπόθεση της κοινής καταγωγής των γλωσσών αυτών διατυπώθηκε στις αρχές του 19ου αι. από τον Γερμανό γλωσσολόγο Φ. Μποπ, ο οποίος μελέτησε το κλιτικό σύστημα των ρημάτων της σανσκριτικής σε συσχετισμό με την ελληνική, τη λατινική, τη γερμανική και άλλες γλώσσες, και από τον Δανό συνάδελφό του Ρ. Ρασκ, ο οποίος επιχείρησε να καθορίσει τις συγγένειες ανάμεσα στις γερμανικές γλώσσες και την ελληνική, τη λατινική και τη βαλτοσλαβική. Σύμφωνα με τα δεδομένα της ινδοευρωπαϊκής συγκριτικής γλωσσολογίας, η ινδοευρωπαϊκή γλωσσική οικογένεια διακρίνεται στις ακόλουθες ομάδες: την ινδικήινδοαριανή (που περιλαμβάνει τη βεδική σανσκριτική –χαρακτηριστικό της δείγμα είναι η συλλογή ύμνων Ριγβέδες, που τοποθετούνται στα τέλη της 2ης και στις αρχές της 1ης χιλιετίας π.Χ. –, τις μέσες ινδικές γλώσσες, τις σύγχρονες ινδικές γλώσσες, χίντι, ουρντού, βεγγαλική, πουντζάμπι, ορίγια, νεπάλι, σινχαλική, μαράθι, σίντχι, γκουτζαράτι, ασαμική και την τσιγγάνικη)· τη χεττιτολουβική (που περιλαμβάνει τη σφηνοειδή χεττιτική ή νεσίλι, τη λουβική, την παλική, την ιερογλυφική χεττιτική, τη λυκική, τη λυδική και ορισμένες άλλες γλώσσες της Μικράς Ασίας)· την ιρανική (που περιλαμβάνει τη ζενδική και την παλαιοπερσική –μεταξύ των αρχαιότερων κειμένων της γλώσσας αυτής είναι η Αβέστα, που αποτελεί συλλογή ιερών βιβλίων, και οι επιγραφές των Αχαιμενιδών βασιλιάδων–, μεσοϊρανικές, όπως η μεσοπερσική-πεχλεβί, η παρθική, η χορασμιακή, η σάκα και η βακτριακή, τις νεοϊρανικές, όπως η περσική, η τατζικική, η πάστο, η οσετική, η κουρδική, η βελουχική, η τατ, η ταλίσιν κ.ά., και τις γλώσσες του Παμίρ, όπως η σούγκνι, η ρουσάν, η μπαρτάνγκι, η γιαζγκούλιαμ, η ισκάσμι και γουαζί)· την αρμενική· τη φρυγική (που παρουσιάζει στενές συγγένειες με την αρμενική)· την ελληνική (στην οποία ανήκουν διάφορες ομάδες διαλέκτων, όπως η ιωνική-αττική, η αρκαδική-κυπριακή, η αιολική και η δωρική, η κοινή ελληνική, που διαμορφώθηκε τον 3ο αι. π.Χ., η μεσαιωνική ελληνική των βυζαντινών χρόνων και η νεοελληνική)· τη θρακική (η ύπαρξη της οποίας μαρτυρείται από μεμονωμένες λέξεις, ατομικές γλώσσες και ορισμένες επιγραφές)· την αλβανική (που ενδέχεται να αποτελεί συνέχεια της θρακικής)· την ιλλυρική· τη βενετική (στην οποία είναι γραμμένες 20 επιγραφές της βορειοανατολικής Ιταλίας)· την ιταλική (που αντιπροσωπεύεται από τη λατινική, την ομβρική, την οσκική, τη φαλισκική και την πελγνική)· τις ρομανικές γλώσσες (οι οποίες έχουν λατινική προέλευση και είναι η ισπανική, η πορτογαλική, η ιταλική, η προβηγκιανή, η σαρδηνιακή, η ραιτορομανική, η ρουμανική, η μολδαβική και η δαλματική που έχει εκλείψει)· την κελτική (που αντιπροσωπεύεται από τη γαλατική και τη βρετονική υποομάδα –όπου ανήκουν η βρετανική, η ουαλική και η γλώσσα της Κορνουάλης– και τη γαελική υποομάδα, στην οποία ανήκουν η ιρλανδική, η σκοτσέζικη, η γαελική και η διάλεκτος του νησιού Μαν)· τη γερμανική (στην οποία ανήκουν η ανατολικογερμανική-γοτθική, η σκανδιναβική ή βόρεια γερμανική, η νεοσουηδική ή δανέζικη, η νορβηγική, η ισλανδική και η γλώσσα των Φαρόσων, η παλαιοσαξονική, η παλαιοαγγλική, η νεογερμανική, η ολλανδική, η φλαμανδική, η ντατσική, η φρισική και η αγγλική)· τη βαλτική (που αντιπροσωπεύεται από τη δυτική βαλτική-πρωσική και τη γιατβάτζι, που έχουν εκλείψει από τον 17o αι., την ανατολική βαλτική-λιθουανική, τη λετονική και την κορσική)· τη σλαβική (στην οποία ανήκουν η ανατολική σλαβική, η ρωσική, η ουκρανική, η λευκορωσική, η δυτική σλαβική-πολωνική, η κασουβική, η άνω λουσατιανή, η κάτω λουσατιανή, η τσεχική, η σλοβακική, η νότια σλαβική-παλαιοσλαβική, η βουλγαρική, η σερβοκροατική και η σλοβενική) και την τοχαρική (στην οποία ανήκουν η τοχαρική ή καρασαχρική ή αγνεϊκή και η τοχαρική Β ή κουτσ(χ)ική ή κου(τ)σαβική στο Σινκιάνγκ). Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες κατανεμήθηκαν κατά τους ιστορικούς χρόνους σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, τη νοτιοδυτική Ασία, τον Καύκασο, το Ιράν, τη Μέση Ανατολή και την Ινδία. Στη συνέχεια διαδόθηκαν στην Αμερική, στη Σιβηρία, στην Αυστραλία και σε ορισμένες περιοχές της Ασίας. Σύμφωνα με τα πορίσματα της ιστορικής-συγκριτικής γλωσσολογικής έρευνας, τα κέντρα διασποράς των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών τοποθετούνται σε μια ζώνη η οποία εκτεινόταν από την κεντρική Ευρώπη και τα βόρεια Βαλκάνια έως τη βόρεια περιοχή της Μαύρης θάλασσας. Στο πλαίσιο της ιστορικής διαφοροποίησης των διαλέκτων της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας είναι δυνατόν να διαπιστωθεί η συγγένεια των ινδικών και ιρακινών, των βαλτικών και σλαβικών και, έως έναν βαθμό, των ιταλικών και κελτικών γλωσσών. Επίσης η ινδοϊρανική, η ελληνική και η αρμενική παρουσιάζουν έναν σημαντικό αριθμό ισογλώσσων, ενώ οι βαλτοσλαβικές γλώσσες έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τις ινδοϊρανικές γλώσσες. Όσον αφορά τις ιταλικές και τις κελτικές γλώσσες, η ινδοευρωπαϊκή γλωσσολογική έρευνα έχει επισημάνει πολλές ομοιότητες με τη γερμανική, τη βενετική και την ιλλυρική τόσο στο φωνητικό όσο και στο γραμματικό επίπεδο της δομής τους. Στο πλαίσιο μιας συνοπτικής περιγραφής των πολλαπλών συγγενειών και αναλογιών που διακρίνουν τις ομάδες της ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής ομοεθνίας είναι δυνατόν να γίνει αναφορά σε μία σειρά κοινών στοιχείων τόσο από φωνητική όσο και από γραμματική άποψη. Συγκεκριμένα, το φωνητικό σύστημα της ινδοευρωπαϊκής σχηματιζόταν από μακρά και βραχέα φωνήεντα, τη στοιχειώδη φωνηματική δομή των οποίων αποτελούσαν τα ηχηρά φωνήματα r, m, n, y, w, και h, τα οποία, ανάλογα με τις συνθήκες της χρήσης τους, μπορούσαν να γίνουν είτε φωνήεντα είτε σύμφωνα. Από άποψη γραμματικής, η ινδοευρωπαϊκή χαρακτηρίζεται από τη διάκριση του ονόματος, της αντωνυμίας και του ρήματος, τα οποία κλίνονται σύμφωνα με ιδιαίτερο σύστημα κλίσης. Τα γένη των ονομάτων διακρίνονται σε έμψυχα (αρσενικό-θηλυκό) και άψυχο (ουδέτερο) και το κλιτικό σύστημα περιλαμβάνει 8 πτώσεις. Η ρηματική ρίζα αποτελείται από ένα πλέγμα συμφωνικών στοιχείων και οι διάφοροι τύποι στους οποίους παρουσιάζεται διαφοροποιούν το ποιόν ενεργείας του ρήματος. Σύμφωνα με τους περίπλοκους κανόνες της φωνηεντικής αλλαγής, τα ρηματικά θέματα εμφανίζονται στο πλαίσιο της ιστορικής εξέλιξης σε παραλλαγμένες μορφές και συχνά τροποποιούνται με την προσθήκη επιθημάτων και προθημάτων, που επίσης μετασχηματίζονται διαχρονικά. Ο προσδιορισμός των διαφόρων τοπικών και χρονικών σχέσεων γίνεται με τη χρήση επιρρηματικών λέξεων που είναι άκλιτες και προέρχονται από παλιά κλιτά ονόματα και συχνά, σε διάφορες χρονικές περιόδους, μεταβάλλονται σε προθέσεις ή επιθήματα. Τέλος, οι σύνδεσμοι συνιστούν τους επιρρηματικούς τύπους των αναφορικών και ορισμένων άλλων αντωνυμιών από τις οποίες προκύπτουν. Η λατρεία του Δία προήλθε από αρχετυπικό ινδοευρωπαϊκό πρότυπο και απαντάται, ασφαλώς με παραλλαγές, σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • μετρική — Τα αρχαία ποιητικά κείμενα των διάφορων ινδοευρωπαϊκών φυλών παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά, γεγονός που αποδεικνύει την κοινή καταγωγή τους. Αυτό το δεδομένο οδήγησε, ήδη από τη δεύτερη πεντηκονταετία του 19ου αι., στη… …   Dictionary of Greek

  • βους — ο (AM βοῡς, ο, Α και βοῡς, η) βόδι (ταύρος, αγελάδα ή μοσχάρι) (αρχ. μσν.) φρ. «βοῡς ἐπὶ γλώσσῃ βέβηκε», «βοῡς ἐπὶ γλώσσης ἐπιβαίνει», «βοῡν ἐπὶ τῆς γλώττης ἔχω» βουθαίνομαι, δεν αποκαλύπτω αυτά που γνωρίζω αρχ. βοῡς, η 1. δέρμα βοδιού, ασπίδα 2 …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Θεσσαλία — I Ιστορική γεωγραφική περιοχή και περιφέρεια (13.903 τ. χλμ., 753.888 κάτ.) της ηπειρωτικής Ελλάδας. Στα Α συνορεύει με τη δυτική Μακεδονία, στα Δ με την Ήπειρο, στα Ν με τη Στερεά Ελλάδα, και στα Α βρέχεται από το Αιγαίο πέλαγος. Η Θ. διαιρείται …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

  • Σλάβοι — Ομάδα λαών, που πιθανότατα κατάγονται από την Κεντρική Ευρώπη, μεταξύ του άνω Όντερ και του μέσου Δνείπερου. Αρχικά ήταν νομάδες κυνηγοί και έμαθαν τη γεωργία σε προϊστορικούς χρόνους από τους λαούς του Δούναβη αυτό συνέβαλε στην αύξηση του… …   Dictionary of Greek

  • Ινδογερμανοί — οι οι Ινδοευρωπαίοι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.